Κυριακή 6 Μαρτίου 2011
Αγγελοπαραδομός Ετσι συνήθιζε να αποκαλεί η γιαγιά μου η Α(ν)θή την αυλή του σπιτιού της στη Νάξο: Φαντάσου οτι περπατάς στο νησιώτικο παραδοσιακό οικισμό της παλιάς χώρας, σε στενά ασπρισμένα σοκάκια, που σε τυφλώνει το φώς το καλοκαίρι και μπαίνοντας σε ένα σπίτι, βγαίνεις ξάφνου σε μια πίσω μυστική αυλή, φρεσκογαλαχτισμένη, με μια μονόκλιτη λευκή εκκλησιά του 1100 μ.Χ., πηγάδι χτιστό σκεπαστό με απαλές καμπύλες, μερικές αρχαίες κολώνες και κιονόκρανα εδώ κι εκεί, μαρμάρινη γούρνα με νερό για τα πουλιά, δυό χτιστές αλ(ι)τάνες γεμάτες περιπλοκάδες και λουλούδια που σκαρφαλώνουν στους τοίχους της εκκλησιάς, μια εληά μιά σκαμνιά και μια συκιά που σχεδόν σκιάζουν την αυλή, μέσα σε ασπρισμένα πεζουλάκια, κι από κάτω απ’ τη σκαμνιά ένα μεγάλο τραπέζι. Στο σπίτι σκαρφαλώνει ένα τεράστιο γιασεμί και μιά κληματαριά στην πάνω βεράντα του και από κάτω το στεαστό με τη βρύση, με έναν πόθο (φυτό) να το αγκαλιάζει, ένα πέτρινο τραπεζάκι από ψαρόπλακα φορτωμένο με γλάστρες και τενεκέδες φυτεμένους με ό,τι λουλούδι σας θυμίζει ελληνικό νησί. Και γύρω-γύρω η αυλή και τα πεζούλια, οργιαστικά γεμάτη με γλάστρες, γλαστράκια και μεταλικά δοχεία βαμμένα, φορτωμένα με λουλούδια και μυριστικά, γαρύφαλλα, κατιφέδες, γεράνια, πελαργόνια, δαφνάκια, κουτσομπόλες, σκολαρίκια, κρίνους «πολλώ λογιώ», μπιγκόνιες, ορτανσίες, βασιλικούς, δυόσμους, λουίζες, ματζουράνες.... Η εικόνα γαλήνια κι αρμονική, πράγματι θύμιζε κάτι παραδεισένιο. Πρόσθεσε στην εικόνα παιδιά, σκυλιά, τη γιαγιά να ποτίζει και να τραγουδάει στα λουλούδια της, να γνέθει τη ρόκα της, η να πλέκει βελονάκι, να μας λέει παραλογιές και θαύματα, μπουγάδες, μαγειρέματα, κόσμο που μπαινοβγαίνει, η γαλατού, ο Ζιός με τα φραγκόσυκα, οι γειτόνισσες - φαν του «Μέγα» Ταξιάρχη- να φέρνουν λάδι, κεντητές ποδιές ή ανθοδέσμες στην εκκλησιά... καφεδάκι και γλυκό του κουταλιού....Α! και γαλάχτισμα (άσπρισμα με ασβέστη) κάθε δεκαπέντε. Σε μεγάλη ηλικία, χήρα πιά, την έπαρναν τα παιδιά της στην Αθήνα να ξεχειμωνιάσει και τη θυμάμαι πάντα να λέει: «Καλά είναι κι εδώ κοκόνα μου, μα εγώ λαχταρώ πότε νά ‘ρθει το Πάσχα να κατέβω στη Νάξο, στην αυλή μου, στον αγγελοπαραδομό!». Και φαντάζομαι οτι μ’ αυτό εννοούσε οτι η αυλή της ήταν τόσο όμορφη, σα να την είχαν παραδόσει οι αγγέλοι. Ίσως πάλι εκείνη να εννοούσε οτι ένιωθε τόσο όμορφα εκεί, σα να είχε παραδοθεί στους αγγέλους (σα να βρισκόταν στον παράδεισο). Μέχρι τώρα αυτή η έκφραση μου φαινόταν πολύ φυσική και δεν μου δημιουργούσε καμμία απορία, μέχρι που χρειάστηκε να την εξηγήσω στον αγαπητό Τζάνη.... Περιστεράκη Παναγιώτα (Νότα)
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου